Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Ακάθιστος ύμνος


Ακάθιστος ύμνος επικράτησε να λέγεται ένας ύμνος «Κοντάκιο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας, προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, από την όρθια στάση, που τηρούσαν οι πιστοί κατά τη διάρκεια της ψαλμωδίας του. Οι πιστοί έψαλλαν τον Ακάθιστο ύμνο όρθιοι, υπό τις συνθήκες που θεωρείται ότι εψάλη για πρώτη φορά, ενώ το εκκλησίασμα παρακολουθούσε όρθιο κατά την ακολουθία της γιορτής του Ευαγγελισμού, με την οποία συνδέθηκε ο ύμνος.

Ψάλλεται ενταγμένος στο λειτουργικό πλαίσιο της ακολουθίας του Μικρού Αποδείπνου, σε όλους τους Ιερούς Ναούς, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τις πρώτες τέσσερις τμηματικά, και την πέμπτη ολόκληρος. Είναι ένας ύμνος που αποτελείται από προοίμιο και 24 οίκους (στροφές) σε ελληνική αλφαβητική ακροστιχίδα, από το Α ως το Ω (κάθε οίκος ξεκινά με το αντίστοιχο κατά σειρά ελληνικό γράμμα), και είναι γραμμένος πάνω στους κανόνες της ομοτονίας, ισοσυλλαβίας και εν μέρει της ομοιοκαταληξίας.

Θεωρείται ως ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας, η γλώσσα του είναι σοβαρή και ποιητική και είναι εμπλουτισμένος από κοσμητικά επίθετα και πολλά σχήματα λόγου (αντιθέσεις, μεταφορές, κλπ). Το θέμα του είναι η εξύμνηση της ενανθρώπισης του Θεού μέσω της Θεοτόκου, πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς και αγαλλίασης, οι οποίες του προσδίδουν θριαμβευτικό τόνο.

Κατά το έτος 626 μ.Χ., και ενώ ο Αυτοκράτορας Ηράκλειος μαζί με το βυζαντινό στρατό είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών, η Κωνσταντινούπολη πολιορκήθηκε αιφνίδια από τους Αβάρους. Οι Άβαροι απέρριψαν κάθε πρόταση εκεχειρίας και την 6η Αυγούστου κατέλαβαν την Παναγία των Βλαχερνών. Σε συνεργασία με τους Πέρσες ετοιμάζονταν για την τελική επίθεση, ενώ ο Πατριάρχης Σέργιος περιέτρεχε τα τείχη της Πόλης με την εικόνα της Παναγίας της Βλαχερνίτισσας και ενθάρρυνε το λαό στην αντίσταση. Τη νύχτα εκείνη, φοβερός ανεμοστρόβιλος, που αποδόθηκε σε θεϊκή επέμβαση, δημιούργησε τρικυμία και κατάστρεψε τον εχθρικό στόλο, ενώ οι αμυνόμενοι προξένησαν τεράστιες απώλειες στους Αβάρους και τους Πέρσες, οι οποίοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να αποχωρήσουν άπρακτοι.

Στις 8 Αυγούστου, η Πόλη είχε σωθεί από τη μεγαλύτερη, ως τότε, απειλή της ιστορίας της. Ο λαός, θέλοντας να πανηγυρίσει τη σωτηρία του, την οποία απέδιδε σε συνδρομή της Θεοτόκου, συγκεντρώθηκε στο Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών. Τότε, κατά την παράδοση, όρθιο το πλήθος έψαλλε τον από τότε λεγόμενο «Ακάθιστο Ύμνο», ευχαριστήρια ωδή προς την υπέρμαχο στρατηγό του Βυζαντινού κράτους, την Παναγία, αποδίδοντας τα «νικητήρια» και την ευγνωμοσύνη του «τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ».

Κατά την επικρατέστερη άποψη, δεν ήταν δυνατό να συνετέθη ο ύμνος σε μία νύκτα. Μάλλον είχε συντεθεί νωρίτερα και μάλιστα θεωρείται ότι ψαλλόταν στο συγκεκριμένο ναό, στην αγρυπνία της 15ης Αυγούστου κάθε χρόνου. Απλώς, εκείνη την ημέρα ο ύμνος εψάλη «
ὀρθοστάδην», ενώ αντικαταστάθηκε το ως τότε προοίμιο («Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼνἐν γνώσει»), με το ως σήμερα χρησιμοποιούμενο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια», το οποίο έδωσε τον δοξολογικό και εγκωμιαστικό τόνο, στον ως τότε διηγηματικό και δογματικό ύμνο.

Σύμφωνα, όμως, με άλλες ιστορικές πηγές, ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέεται και με άλλα παρόμοια γεγονότα, όπως τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί των Αυτοκρατόρων Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673 μ.Χ.), Λέοντος του Ισαύρου (717 - 718 μ.Χ.) και Μιχαήλ Γ΄ (860 μ.Χ.). Δεδομένων των τότε ιστορικών συνθηκών (εικονομαχική έριδα, κλπ.), δεν θεωρείται απίθανο, η Παράδοση να έχει αλλοιώσει την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ δύσκολο να λεχθεί μετά βεβαιότητας ποιο ήταν το ιστορικό περιβάλλον της δημιουργίας του Ύμνου.

Σε όλη τη χειρόγραφη παράδοση, ο ύμνος φέρεται ως ανώνυμος, ενώ ο Συναξαριστής που τον συνδέει με τα γεγονότα του Αυγούστου του 626 μ.Χ. δεν αναφέρει ούτε το χρόνο της σύνθεσής του, ούτε τον μελωδό του. Το περιεχόμενό του πάντως απηχεί τις δογματικές θέσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου (βλέπε
 9 Σεπτεμβρίου), που συνήλθε στην Έφεσο, στη βασιλική της Θεοτόκου, το 431 μ.Χ. από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄. Σε αυτήν συμμετείχαν 200 επίσκοποι, ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξάνδρειας. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας, υποστηρίζοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι τον Θεό. Η Σύνοδος διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο «Θεοτόκος». Επομένως, η χρονολογία σύγκλησής της, το 431 μ.Χ., αποτελεί μία σταθερή ημερομηνία, καθώς είναι σίγουρο ότι ο ύμνος δεν είχε συντεθεί νωρίτερα. Από την άλλη, κάποιοι ερευνητές θεωρούν ότι από το περιεχόμενό του συνάγεται ότι ο ύμνος αναφέρεται σε κοινό εορτασμό του Ευαγγελισμού και των Χριστουγέννων, εορτές οι οποίες χωρίστηκαν κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.), πράγμα που, αν ισχύει, αφενός σημαίνει ότι ο ύμνος γράφτηκε το αργότερο επί Ιουστινιανού, αφετέρου ενισχύει την άποψη ότι προϋπήρχε των γεγονότων του 626 μ.Χ.

Η παράδοση, όμως, αποδίδει τον Ακάθιστο ύμνο στο μεγάλο βυζαντινό υμνογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., Ρωμανό τον Μελωδό (βλέπε
 1 Οκτωβρίου). Την άποψη αυτή υποστηρίζουν πολλοί ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι οι εκφράσεις του ύμνου, η γενικότερη ποιητική του αρτιότητα και δογματική του πληρότητα δεν μπορούν παρά να οδηγούν στον Ρωμανό. Ακόμη, σε κώδικα του 13ου αιώνα μ.Χ. υπάρχει μεταγενέστερη σημείωση, του 16ου αιώνα μ.Χ., η οποία αναφέρει τον Ρωμανό ως ποιητή του ύμνου.

Όμως, η άποψη αυτή αντικρούεται από πολλούς μελετητές, που βρίσκουν στη δομή, στο ύφος και το περιεχόμενό του πολλά στοιχεία μετά την εποχή του Ρωμανού. Κατά μία άποψη, ο ύμνος ψάλθηκε καλοκαίρι, στη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και μάλλον αργότερα μεταφέρθηκε στο Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των νηστειών, ίσως από τους εικονόφιλους μοναχούς του Στουδίου. Έτσι πλησίασε τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Είναι, δε, ενδεχόμενο σε αυτή τη μεταφορά, και πάλι για λόγους σχετικούς με την Εικονομαχία, να αλλοιώθηκε και το ιστορικό του Συναξαριστή, και από το 728 μ.Χ., που αυτοκράτορας ήταν ο εικονομάχος Λέων Γ΄ Ίσαυρος, να μεταφέρθηκε στο 626 μ.Χ., στα χρόνια του Ηρακλείου, ο οποίος πολεμούσε τους Πέρσες για να επανακτήσει τον Τίμιο Σταυρό.

Επιπλέον υπάρχουν και άλλες δύο εκδοχές για το πρόσωπο του μελωδού του Ακάθιστου Ύμνου. Η μία εκδοχή αναφέρει το όνομα του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανού Α΄ (715 - 730 μ.Χ.) (βλέπε
 12 Μαΐου), ο οποίος έζησε τα γεγονότα της θαυμαστής λύτρωσης της Κωνσταντινούπολης από την πολιορκία της από τους Άραβες το 718 μ.Χ., επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στο γεγονός, ότι μία λατινική μετάφραση του ύμνου, η οποία έγινε γύρω στο 800 μ.Χ. από τον επίσκοπο Βενετίας Χριστόφορο, τον αναφέρει ως δημιουργό του ύμνου.

Η άλλη εκδοχή που υποστηρίζεται βασίζεται σε μια παλαιά αχρονολόγητη εικόνα του Ευαγγελισμού στο παρεκκλήσιο του Αγίου Νικολάου της ονομαστής μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, όπου εικονίζεται και ένας μοναχός, ο οποίος κρατάει ένα ειλητάριο που γράφει «
Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη» (αρχή του α΄ οίκου του Ακάθιστου ύμνου). Στο κεφάλι του μοναχού αυτού γράφει «ο άγιος Κοσμάς». Πρόκειται για τον Κοσμά τον Μελωδό (βλέπε 14 Οκτωβρίου), ο οποίος έζησε και αυτός τα γεγονότα του 718 μ.Χ., καθώς απεβίωσε το 752 ή 754 μ.Χ.

Άλλες, λιγότερο πιθανές απόψεις θεωρούν ως μελωδό του ύμνου τον Πατριάρχη Σέργιο, τον ιερό Φώτιο (βλέπε
 6 Φεβρουαρίου), τον Απολινάριο τον Αλεξανδρέα, τον Μητροπολίτη Νικομήδειας Γεώργιο Σικελιώτη, τον Γεώργιο Πισίδη, και άλλους, που έζησαν από τον Ζ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα.

Βέβαιο, είναι πάντως, ότι οι ειρμοί του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου είναι έργο του Ιωάννου Δαμασκηνού (676 - 749 μ.Χ.) (βλέπε
 4 Δεκεμβρίου), ενώ τα τροπάρια του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου (βλέπε 3 Απριλίου).

Γενικό θέμα του ύμνου είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, ο οποίος πηγάζει από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας και περιγράφει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά προχωρεί και σε θεολογική και δογματική ανάλυσή τους.

Οι πρώτοι δώδεκα οίκοι του (Α-Μ) αποτελούν το ιστορικό μέρος. Εκεί εξιστορούνται τα γεγονότα από τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου μέχρι την Υπαπαντή, ακολουθώντας τη διήγηση του Ευαγγελιστή Λουκά. Αναφέρεται ο Ευαγγελισμός (Α, Β, Γ, Δ), η επίσκεψη της εγκύου Παρθένου στην Ελισάβετ (Ε), οι αμφιβολίες του Ιωσήφ (Ζ), η προσκύνηση των ποιμένων (Η) και των Μάγων (Θ, Ι, Κ), η Υπαπαντή (Μ) και η φυγή στην Αίγυπτο (Λ), η οποία είναι η μόνη που έχει ως πηγή το απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Οι τελευταίοι δώδεκα (Ν-Ω) αποτελούν το θεολογικό ή δογματικό μέρος, στο οποίο ο μελωδός αναλύει τις βαθύτερες θεολογικές και δογματικές προεκτάσεις της Ενανθρώπισης του Κυρίου και το σκοπό της, που είναι η σωτηρία των πιστών.

Ο μελωδός βάζει στο στόμα του αρχαγγέλου, του εμβρύου Προδρόμου, των ποιμένων, των μάγων και των πιστών τα 144 συνολικά «Χα
ῖρε», τους Χαιρετισμούς προς τη Θεοτόκο, που αποτελούν ποιητικό εμπλουτισμό του χαιρετισμού του Γαβριήλ («Χαῖρε Κεχαριτωμένη»), που αναφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. α΄ 28).

Στα μοναστήρια, αλλά και στη σημερινή ενορία και παλαιότερα κατά τα διάφορα Τυπικά, υπάρχουν και άλλα λειτουργικά πλαίσια για την ψαλμωδία του ύμνου. Η ακολουθία του όρθρου, του εσπερινού, της παννυχίδος ή μιας ιδιόρρυθμης Θεομητορικής Κωνσταντινουπολιτικής ακολουθίας, την πρεσβεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, σε ένα ορισμένο σημείο της κοινής ακολουθίας γίνεται μια παρεμβολή. Ψάλλεται ο κανών της Θεοτόκου και ολόκληρο ή τμηματικά το κοντάκιο και οι οίκοι του Ακαθίστου.

Ο Ακάθιστος Ύμνος συνδέθηκε με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, προφανώς, εξ αιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου.
 Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη γιορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρος κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδας. Το βράδυ της Παρασκευής και το Σάββατο είναι μέρες που μαζί με την Κυριακή είναι οι μόνες μέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο γιορτασμός χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, μετατίθενται οι γιορτές της εβδομάδας. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος Ύμνος ψαλλόταν πέντε μέρες πριν τη γιορτή του Ευαγγελισμού και κατά άλλα τον όρθρο της μέρας της γιορτής. 
Ἄγγελος πρωτοστάτης,
ο
ὐρανόθεν ἐπέμφθη,
ε
ἰπεῖν τῇ Θεοτόκω τὸ Χαῖρε·
κα
ὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ,
σωματούμενόν σε θεωρ
ῶν, Κύριε,
ἐξίστατο καὶ ἵστατο,
κραυγάζων πρ
ὸς Αὐτὴν τοιαῦτα·
Χα
ῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,
χα
ῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χα
ῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χα
ῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χα
ῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χα
ῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χα
ῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χα
ῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χα
ῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον,
χα
ῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χα
ῖρε, δι' ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις,
χα
ῖρε, δι' ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Βλέπουσα
ἡ Ἁγία,
ἑαυτήν ἐν ἁγνείᾳ,
φησ
ὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως·
τ
ὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς,
δυσπαράδεκτόν μου τ
ῇ ψυχῇ φαίνεται·
ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως,
τ
ὴν κύησιν πὼς λέγεις κράζων·
Ἀλληλούια.

Γν
ῶσιν ἄγνωστον γνῶναι,
ἡ Παρθένος ζητοῦσα,
ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα·
ἐκ λαγόνων ἁγνῶν,
υ
ἷον πῶς ἔσται τεχθῆναι δυνατόν;
λέξον μοι.
Πρ
ὸς ἥν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ,
πλ
ὴν κραυγάζων οὕτω·
Χα
ῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χα
ῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χα
ῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χα
ῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χα
ῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χα
ῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χα
ῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χα
ῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χα
ῖρε, τὸ φῶς ἀρρήτως γεννήσασα,
χα
ῖρε, τὸ πῶς μηδένα διδάξασα.
Χα
ῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν,
Χα
ῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χα
ῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε.

Δύναμις το
ῦ Ὑψίστου,
ἐπεσκίασε τότε,
πρ
ὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμω·
κα
ὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν,
ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι,
το
ῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν,
ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ἔχουσα θεοδόχον,
ἡ Παρθένος τὴν μήτραν,
ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ.
Τ
ὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθὺς ἐπιγνόν,
τ
ὸν ταύτης ἀσπασμὸν ἔχαιρε,
κα
ὶ ἅλμασιν ὡς ἄσμασιν,
ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χα
ῖρε, βλαστοῦ ἀμάραντου κλῆμα,
χα
ῖρε, καρποῦ ἀκήρατου κτῆμα.
Χα
ῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον,
χα
ῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἠμῶν φύουσα,
Χα
ῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν,
χα
ῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χα
ῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις,
χα
ῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χα
ῖρε, δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα,
χα
ῖρε, παντός τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χα
ῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χα
ῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ζάλην
ἔνδοθεν ἔχων,
λογισμ
ῶν ἀμφιβόλων,
ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη·
πρ
ὸς τὴν ἄγαμόν σὲ θεωρῶν,
κα
ὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε·
μαθ
ὼν δέ σου τὴν σύλληψιν,
ἐκ Πνεύματος Ἁγίου,
ἔφη·
Ἀλληλούια.

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τ
ῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τ
ὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
κα
ὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωρο
ῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χα
ῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χα
ῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χα
ῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χα
ῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χα
ῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χα
ῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χα
ῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χα
ῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χα
ῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χα
ῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χα
ῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χα
ῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον
ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τ
ῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
κα
ὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' α
ὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
κα
ὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τ
ὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
κα
ὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
ε
ἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
κα
ὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χα
ῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χα
ῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χα
ῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χα
ῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χα
ῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χα
ῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χα
ῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χα
ῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χα
ῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χα
ῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χα
ῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χα
ῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες ο
ἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
κα
ὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μ
ὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούια.

Λάμψας
ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμ
ὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
το
ῦ ψεύδους τὸ σκότος·
τ
ὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μ
ὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
ο
ἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χα
ῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χα
ῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χα
ῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χα
ῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χα
ῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χα
ῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χα
ῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χα
ῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χα
ῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χα
ῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χα
ῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χα
ῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμε
ῶνος,
το
ῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι το
ῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ
ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων·
Ἀλληλούια.

Νέαν
ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις·
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
κα
ὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες·
Χα
ῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χα
ῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χα
ῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα,
χα
ῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χα
ῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί,
χα
ῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ' οὗ σκέπονται πολλοί.
Χα
ῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις,
χα
ῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χα
ῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις,
χα
ῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χα
ῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παρρησίας,
χα
ῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ξένον τόκον
ἰδόντες,
ξενωθ
ῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες·
δι
ὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος·
βουλόμενος
ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
το
ὺς αὐτῷ βοώντας·
Ἀλληλούια.

Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
κα
ὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος·
συγκατάβασις γ
ὰρ θεϊκή,
ο
ὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
κα
ὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα·
Χα
ῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χα
ῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χα
ῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χα
ῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χα
ῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ,
χα
ῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χα
ῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χα
ῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χα
ῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χα
ῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος.
Χα
ῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ βασιλείας,
χα
ῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Π
ᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τ
ὸ μέγα,
τ
ῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον·
τ
ὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε·
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τ
ὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
κα
ὶ τεκεῖν ἴσχυσας·
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστ
ῶς βοῶμεν·
Χα
ῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χα
ῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χα
ῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χα
ῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χα
ῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χα
ῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χα
ῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χα
ῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χα
ῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα,
χα
ῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χα
ῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χα
ῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Σ
ῶσαι θέλων τὸν κόσμον,
ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ,
πρ
ὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε·
κα
ὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός,
δι'
ἡμᾶς ἐφάνη καθ' ἡμᾶς ἄνθρωπος·
ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας,
ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούια.

Τε
ῖχος εἶ τῶν παρθένων,
Θεοτόκε Παρθένε,
κα
ὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων.
Ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
κατεσκεύασέ σε ποιητής,
Ἄχραντε,
ο
ἰκήσας ἐν τῇ μήτρα σου,
κα
ὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας·
Χα
ῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας,
χα
ῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτήριας.
Χα
ῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως,
χα
ῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χα
ῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς,
χα
ῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χα
ῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χα
ῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χα
ῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χα
ῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χα
ῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων,
χα
ῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε ἁγίων.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὕμνος ἅπας ἡττᾶται,
συνεκτείνεσθαι σπεύδων,
τ
ῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ὠδάς,
ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε,
ο
ὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον,
ὧν δέδωκας ἡμῖν τοῖς σοὶ βοῶσιν·
Ἀλληλούια.

Φωτοδόχον λαμπάδα,
το
ῖς ἐν σκότει φανεῖσαν,
ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον·
τ
ὸ γὰρ ἄυλον ἅπτουσα φῶς,
ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας,
α
ὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα,
κραυγ
ῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Χα
ῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χα
ῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χα
ῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χα
ῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χα
ῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χα
ῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χα
ῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον,
χα
ῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ρύπον.
Χα
ῖρε, λουτὴρ ἔκπλυνων συνείδησιν,
χα
ῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χα
ῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας,
χα
ῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Χάριν δο
ῦναι θελήσας,
ὀφλημάτων ἀρχαίων,
ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων,
ἐπεδήμησε δι’ἑαυτοῦ,
πρ
ὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ Χάριτος·
κα
ὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον,
ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούια.

Ψάλλοντές σου τ
ὸν τόκον,
ἀνυμνοῦμέν σε πάντες,
ὡς ἔμψυχον ναόν, Θεοτόκε.
Ἐν τῇ σῇ γὰρ οὶκήσας γαστρί,
ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος,
ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοὶ πάντας·
Χα
ῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου,
χα
ῖρε, Ἁγία ἁγίων μείζων.
Χα
ῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι,
χα
ῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χα
ῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν,
χα
ῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χα
ῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος,
χα
ῖρε, τῆς Βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χα
ῖρε, δι' ἧς ἐγείρονται τρόπαια,
χα
ῖρε, δι' ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χα
ῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία,
χα
ῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χα
ῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων,
ἁγιώτατον Λόγον·
δεξαμένη γ
ὰρ τὴν νῦν προσφοράν,
ἀπὸ πάσης ρῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας,
κα
ὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως,
το
ὺς σοὶ βοῶντας·
Ἀλληλούια.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ'.
Τ
ὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ Ἀπειρογάμω· ὁ κλίνας ἐν καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῑται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοι· Ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κοντ
άκιον
Ἦχος πλ. δ'.
Τ
ῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια, ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια, ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου, Θεοτόκε· ἀλλ' ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον, ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἵνα κράζω σοί· Χαῖρε Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μεγαλυν
άριον
Ὕμνοις ἐν αΰπνοις οἱ εὐσεβεῖς, ἀκαθίστῳ στάσει, ἀνυμνοῦμεν πανευλαβῶς, τὴν πρὸς τὸν λαόν σου, θερμήν σου προστασίαν, Παρθένε Θεοτόκε, ἡμῶν βοήθεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.