Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Τύψεις της συνείδησης του Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ

«Σειραῖς τῶν ἑαυτοῦ ἁμαρτιῶν ἕκαστος σφίγγεται» (Παροιμ. 5,22 )
Υπάρχουν στιγμές που δεν αισθανόμαστε κανένα πόνο στο σώμα μας. Μπορεί ο οργανισμός μας να λειτουργεί θαυμάσια και φυσιολογικά, χωρίς να παρουσιάζει κανένα από τα ανησυχητικά εκείνα συμπτώματα που προκαλούν την αγωνία και την προσοχή μας…
… Και όμως, παρόλα αυτά, να αισθανόμαστε πόνο! Πόνο δυνατό και ανυπόφορο, βασανιστικό, τυραννικό. Πόνο οξύτατο και κουραστικό, επικίνδυνο κι ενοχλητικό. Πόνο που καθιστά τη ζωή μας μεμψίμοιρη, δυστυχισμένη, συννεφιασμένη, μαύρη και απαίσια.
Δεν είναι πόνος του σώματος αυτός. Διότι τότε θα μας ήταν αρκετά εύκολο να εντοπίσουμε την εστία του και να αντιμετωπίσουμε την αιτία του, με ένα ισχυρό παυσίπονο. Τότε ο πόνος θα περνούσε, και την κατάθλιψη- έπειτα από λίγο- θα αντικαταστούσε το χαμόγελο της υγείας και της χαράς. Αλλ’ όχι! Δεν είναι πόνος του σώματος αυτός. Είναι πόνος της ψυχής. Είναι πόνος που καίει τα σωθικά μας, που πιέζει την καρδιά μας και σφυροκοπά ό,τι ευγενικό και ιερό υπάρχει μέσα μας. 

Είναι ακόμη πόνος που δεν εννοεί να μας εγκαταλείψει οπουδήποτε κι αν πορευθούμε: ο καθαρός αέρας του βουνού, το ιώδιο της θάλασσας, η γλυκειά ατμόσφαιρα της εξοχής, το όμορφο τοπίο του χωριού, η ανέφελη και ήρεμη ζωή του σπιτιού, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είναι σε θέση να μετριάσει τον πόνο αυτό, που προέρχεται από τα τρίσβαθα του είναι μας, από το κέντρο της καρδιάς μας.
Φαντάζομαι, θα κατάλαβες φίλε αναγνώστη, πως πρόκειται για τις τύψεις της συνείδησης και τούτο διότι φρονώ ότι δεν σου είναι καθόλου άγνωστος ο πόνος και η οδύνη που προκαλούν. Είναι αλήθεια, πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει δοκιμάσει στη, μικρής ή μεγάλης διάρκειας , ζωή του το ανηλεές και αδυσώπητο μαστίγωμα της φωνής της συνείδησης. Έπειτα από κάποιο σφάλμα, ύστερα από κάποια παρεκτροπή, παρουσιάζεται η εσωτερική διαμαρτυρία, ο μαύρος πόνος της συνείδησης. Και αυτοί ακόμη οι πωρωμένοι εγκληματίες , οι αιμοσταγείς και σκληρόκαρδοι κακοποιοί, σε στιγμές που ξυπνά μέσα τους η ανθρωπιά και μαλακώνει το σκληρό πέτρωμα που περιβάλει την καρδιά τους, νιώθουν κι αυτοί το οδυνηρό σφυροκόπημα της ασίγαστης φωνής της συνείδησης. Διότι, όσο κι αν πασχίσει ο άνθρωπος να απαλλαγεί από την ενοχλητική της παρουσία, ελάχιστα θα κατορθώσει.
«Φωνή του Θεού» ονόμασαν χαρακτηριστικά τη συνείδηση. Διότι ο ίδιος ο Θεός είναι Εκείνος που την τοποθέτησε μέσα μας. Την έβαλε σαν άγρυπνο φρουρό εκεί στο εσωτερικό της καρδιάς μας, έτοιμη να μας ελέγξει κάθε φορά που παραβαίνουμε τον γραπτό ή άγραφο θείο Νόμο, ή να μας επαινέσει και να μας ανταμείψει όταν συμμορφώνουμε τη ζωή μας προς το άγιο θέλημά Του. Η συνείδηση, όπως έλεγε ο αρχαίος Μένανδρος, είναι ο ίδιος ο Θεός μέσα στην καρδιά μας: «Βροτοίς άπασιν η συνείδησις Θεός». Και το γνωρίζει αυτό ανέκαθεν ο άνθρωπος. Έτσι, από τα παλαιότερα ακόμη χρόνια, δεν έπαψε να πιστεύει ότι εκείνη η ενδόμυχη πληροφορία περί του καλού και του κακού, ήταν πράγματι φωνή Θεού.
Οι αρχαίοι Έλληνες με την ποιητική τους φαντασία, μας παρέστησαν τις τύψεις που δημιουργούνται έπειτα από κάθε μας παράβαση, σαν γυναίκες αιμοβόρες και τρομερές. Ερινύες τις είχαν ονομάσει. Οι Στωικοί φιλόσοφοι ονόμασαν τη συνείδηση Νέμεση, που είναι έτοιμη να δικάσει τις πράξεις μας. Όλοι όμως, έστω κι αν χρησιμοποιούν διαφορετικά ονόματα, σε ένα συναντώνται και συμφωνούν: στο ότι η συνείδηση με τις τύψεις ή τις θωπείες της, είναι ένα δικαστήριο που επιλαμβάνεται όλων των καθημερινών μας πράξεων, σκέψεων, στοχασμών και αποφάσεων.
Και είναι βέβαια αλήθεια, ότι για μερικούς τουλάχιστον ανθρώπους , έχει κάποτε …διακοπές το δικαστήριο αυτό. Πότε- πότε σιγά ο κώδωνάς του και η φωνή της συνείδησης παύει πλέον να ενοχλεί με τις κραυγές της τον άνθρωπο. Αυτό συμβαίνει όταν εκείνος με πείσμα και επιμονή την καταφρονεί και αγωνίζεται να την καταπνίξει. Ή ακόμη όταν την αφήνει στο σκοτάδι της αμάθειας, της άγνοιας και της θρησκευτικής αδιαφορίας.
 Το φαινόμενο τέτοιων ανθρώπων δεν είναι σπάνιο. Πωρωμένους τους αποκαλεί ο κόσμος. Ακάθαρτους και πονηρούς τους χαρακτηρίζει ο απόστολος Παύλος στην προς Τίτον επιστολή , όταν γράφει ότι των ανθρώπων αυτών «μεμίανται καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ συνείδησις» ( 1, 15 ).

Όμως , παρά τις προσπάθειες και παρά τον αγώνα δεν πεθαίνει η φωνή αυτή. Μπορεί να καταπιέζεται, να υποφέρει ,να σιωπά, να ναρκώνεται. Δεν παύει εντούτοις και να αναπνέει, να φυτοζωεί. Δύσκολα στραγγαλίζεται, δολοφονείται, θάπτεται. Η πείρα της καθημερινής ζωής αυτό ακριβώς αποδεικνύει, ότι δηλαδή και στους πλέον σκληρούς και ακαλλιέργητους χαρακτήρες, αφυπνίζεται από το βαθύ της λήθαργο η συνείδηση και σηκώνεται για να προβάλλει τις απαιτήσεις της. Και φωνάζει. Και κραυγάζει. Και διαμαρτύρεται. Και ελέγχει το κακό, για να οδηγήσει, όχι σπάνια, σε μυστικά δάκρυα συγγνώμης και μεταμέλειας.

Πριν μερικά χρόνια γράφτηκε στις εφημερίδες ότι στις Αστυνομικές Αρχές της Θεσσαλονίκης εμφανίστηκε κάποιος που είχε διαπράξει φόνο: Πριν από 8 χρόνια φόνευσε ένα συγχωριανό του. Η δικαιοσύνη, επειδή δεν είχε επαρκείς αποδείξεις, τον είχε αθωώσει. Αυτός όμως επί 8 συνεχή έτη, καθώς είπε, δεν μπορούσε «να φάει γλυκό ψωμί».

Το φάσμα της ενοχής τον κατεδίωκε. Η μυστική φωνή ξεπηδούσε από το εσωτερικό του και του αρνιόταν γαλήνη και ειρήνη, ένα συνεχές δράμα παιζόταν μέσα του, με θύμα τον ίδιο. Και να! Έπειτα από 8 χρόνια έδωσε διέξοδο στο δράμα του αυτό και ζήτησε λύτρωση από τον αφόρητο πόνο της ψυχής του, με μια γενναία ομολογία της ενοχής του. Μόνο έτσι καθησύχασε τη φωνή της επαναστατημένης συνείδησής του.

Και δεν είναι μόνον αυτό. Πολλά , πάρα πολλά, είναι τα παραδείγματα ανθρώπων, που έπειτα από πολύχρονη και επίμονη προσπάθεια να πνίξουν τη φωνή του Θεού μέσα τους, δεν το κατόρθωσαν. Και κάποτε επί τέλους, νικημένοι, εξασθενημένοι, κουρασμένοι, αναγκάζονται να διακόψουν το ψυχικό τους δράμα και να δώσουν ένα τέλος, ομολογώντας το βάρος και την ενοχή τους. Μόνο έτσι βρίσκει ανακούφιση και ηρεμία η βαρειά καρδιά τους.

Όσοι έχουν πείρα της ζωής, δεν διστάζουν να διακηρύξουν ότι ο μεγαλύτερος και φοβερότερος πόνος, ο πράγματι αβάσταχτος και οδυνηρός, είναι εκείνος που προκαλούν οι τύψεις της συνείδησης. Ο διάσημος ψυχίατρος Paul Tournier το λέει καθαρά: «Δεν υπάρχει χειρότερος και βλαβερότερος πόνος από τον ψυχικό πόνο, τον οποίο προκαλεί η τύψη της συνειδήσεως». Και δεν έχει άδικο. Μόνο άνθρωπος χωρίς καρδιά και χωρίς αισθήματα μπορεί να αμφιβάλλει γι’ αυτό. Δεν είναι υπερβολή αν σημειώσουμε , πως είναι τόσο βαρύς ο πόνος αυτός, ώστε πολλές φορές ο άνθρωπος γονατίζει κάτω από το βάρος του. Γονατίζει και υψώνει τα χέρια ψηλά, ανίκανος να συνεχίσει τη ζωή, να αντιμετωπίσει την κοινωνία. Καθημερινά κρούσματα αποτρόπαιων και απελπισμένων διαβημάτων, εξ αιτίας της διεγειρόμενης συνείδησης, αποτελούν σπουδαίο μάρτυρα, ότι μεγάλη αναταραχή και φοβερή «επανάσταση» φέρει στο εσωτερικό μας η αχώριστη φωνή.

Σήμερα, μάλιστα, είναι περισσότερο από επιστημονικά βέβαιον , ότι κυριότερη αιτία διαταράξεως της εσωτερικής ισορροπίας του ανθρώπου ,είναι η φωνή αυτή. Αυτή δημιουργεί εσωτερικές μελαγχολίες, αδυναμίες, νευρικότητες , θλίψεις και πόνο φοβερό. Επί πλέον δε, φυγαδεύει την πηγαία εκείνη χαρά που γλυκαίνει τη ζωή και ανακουφίζει τον δυστυχισμένο οδοιπόρο του φιλόξενου αυτού πλανήτη.



Από το βιβλίο: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ»
Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΣΟΥ
ΑΘΗΝΑ 2012
Εκδόσεις: “ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.