Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Όσιος Δαυίδ ο Γέρων, ο εν Ευβοία ασκήσας


Τριετής καλείται από τον Τίμιο Πρόδρομο
Αυτός λοιπόν ο αληθινός και γνήσιος θεράπων του Πανάγαθου Θεού καταγόταν από το χωριό Γαρδινίτσα, πού βρίσκεται απέναντι από το νησί της Ευβοίας. Γεννήθηκε περίπου το έτος 1519. Γονείς του ήταν οι θεοφοβούμενοι και ευλαβείς Χριστόδουλος, πού ήταν ιερέας, και η Θεοδώρα. Ο Θεός βλέποντας την καθαρότητα της ψυχής, τούς χάρισε τέσσερα τέκνα, δύο αγόρια και δύο κορίτσια.

Όταν ο Δαβίδ έγινε τριών ετών, κάποια νύχτα του φανερώθηκε στον ύπνο του ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και του είπε «Ξύπνα, παιδάκι μου, και ακολούθησέ με». Το παιδί
 σηκώθηκε και τον ακολούθησε σα να ήταν γέροντας, μυαλωμένος και συνετός. Βγήκαν λοιπόν από το σπίτι και πήγαν σε μια εκκλησία του χωριού εκείνου, αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Με θεία εντολή η είσοδος του ναού βρέθηκε ανοιχτή. Μπήκαν μέσα. Ο μεν άγιος Πρόδρομος, όπως είδε το παιδάκι, στάθηκε στην εικόνα, πού ήταν πανομοιότυπη με τον Προφήτη, ο δε Δαβίδ στάθηκε μπροστά στην εικόνα με ευλάβεια, έχοντας σταυρωμένα τα χέρια. Έτσι παρέμεινε για έξι ολόκληρες ημέρες, ξυπόλυτός και φορώντας μόνο ένα πουκάμισο, έχοντας το βλέμμα του διαρκώς στραμμένο προς τον Τίμιο Πρόδρομο.

Όταν οι γονείς του σηκώθηκαν το πρωί από τον ύπνο και διαπίστωσαν ότι έλειπε το παιδί, στενοχωρήθηκαν αφάνταστα. Γύρισαν λοιπόν όλο το χωριό ψάχνοντάς το, αλλά δεν το
 βρήκαν. Θρηνολογώντας και κατηγορώντας τον εαυτό τους έκλαιγαν για τη στέρηση του παιδιού τους. Την έκτη όμως ημέρα, πού ήταν Σάββατο, όπως συνήθιζε ο ιερέας, πατέρας του παιδιού, πήγε με μερικούς συγχωριανούς του να τελέσει τον Εσπερινό στην εκκλησία εκείνη.  

Και ξαφνικά, βλέπει το παιδάκι του να στέκεται μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου. Το πρόσωπο του έλαμπε σαν τον ήλιο, επειδή ήταν πλημμυρισμένο από τη θεία Χάρη. Ο ιερέας ένιωσε βαθύτατη χαρά για την απροσδόκητη εύρεση του παιδιού του και με δάκρυα στα μάτια του λέει: Παιδάκι μου αγαπημένο, πού ήσουν τόσες ημέρες; Ποιος σε έφερε εδώ; Το παιδί αμέσως, ώ του παραδόξου θαύματος, έδειχνε με το δάχτυλο του την ιερή εικόνα του Προδρόμου, λέγοντας, σαν συνετός γέροντας: Αυτός, αγαπημένε μου πατέρα, με έφερε από το σπίτι μας σ' αυτόν τον ιερό ναό. 

Και απόρησαν όλοι οι παρευρισκόμενοι χριστιανοί, δοξάζοντας τον Πανάγαθο Θεό. Αφού δε τελείωσε ο Εσπερινός, επέστρεψε ο πατέρας μαζί με τον μακάριο Δαβίδ στο σπίτι τους. Τόσο δε οι γονείς, όσο και όλοι οι κάτοικοι του χωριού δοξολογούσαν και υμνολογούσαν το υπεράγιο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, καθώς και του Τιμίου Προδρόμου, για το εξαίσιο και αξιάκουστο αυτό θαύμα.

Από τότε λοιπόν και μετά ο θαυμαστός και ευλογημένος Δαβίδ, πλήρης χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, πήγαινε στο ναό του προφήτου Προδρόμου και προσευχόταν. Καθώς
 οι γονείς έβλεπαν τις αρετές και τα χαρίσματα πού έλαβε το παιδί από τον Θεό και ότι όσο μεγάλωνε τόσο αύξανε και τις αρετές, υμνολογώντας δόξαζαν τον παμβασιλέα Θεό. 

Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, οι γονείς του Δαβίδ τον έστειλαν στο σχολείο για να μάθει τα ιερά γράμματα. Καθώς μάλιστα περνούσαν τα χρόνια, ο μακάριος Δαβίδ στολιζόταν με τις ιερές γνώσεις και μελέτες. Μένοντας λοιπόν κοντά στους γονείς του, περνούσε τη ζωή του με υπακοή, και μάλιστα χωρίς να έχει πνευματικό πατέρα και οδηγό, πράγμα για το οποίο λυπόταν και παρακαλούσε τον Θεό, να τού δείξει τον δρόμο της αλήθειας, ώστε να εκπληρώσει τον ενάρετο πόθο και σκοπό του.


Μαθητής του Ακακίου

Σε ηλικία 15 ετών ο Δαβίδ έφυγε από την ιδιαίτερη πατρίδα. Ο δε πανάγαθος Θεός, πού είναι οικτίρμων και πολυέλεος και θέλει τη σωτηρία των ανθρώπων, άκουσε την προσευχή του. Έτσι, βγαίνοντας από την ιδιαίτερη πατρίδα του, συναντά στο δρόμο έναν ενάρετο άνθρωπο, πού λεγόταν Ακάκιος. Ο μακάριος Ακάκιος δέχθηκε με προθυμία τον όσιο, τον πήρε μαζί του στη Μονή της μετανοίας του και τον συγκαταρίθμησε στους άλλους πατέρες, ενώ του δίδαξε και τον καθοδήγησε σε όλα τα σχετικά προς τον μοναχικό βίο. Αφού δε τον έντυσε με το μοναχικό ένδυμα, του έδωσε εντολή και κανόνα να επιδοθεί σε κόπους και ιδρώτες ασκητικούς. Ο αοίδιμος όμως Δαβίδ τα υπέμενε με καρτερία, ταπεινοφροσύνη και άμετρη υπομονή και συμμορφωνόταν προς κάθε προσταγή τού γέροντος του, επειδή γνώριζε ότι η υπομονή και η υπακοή κάνουν τον άνθρωπο να δοξάζεται από τον Θεό και να αξιώνεται της ουρανίου μακαριότητος.


Προσκυνητής σε Μοναστήρια και το Άγιον Όρος

Λίγο αργότερα ο διδάσκαλος και γέροντας του όσιου, ο πατήρ Ακάκιος άφησε το Μοναστήρι του, με σκοπό να αναζητήσει σε άλλα μέρη πιο ενάρετους άνδρες, προκειμένου από τη συναναστροφή και την επικοινωνία μαζί τους να αυξήσει την αρετή. Μαζί του πήρε και τον όσιο Δαβίδ. Πηγαίνοντας οι δύο τους από τόπο σε τόπο, επισκέπτονταν πολλά μοναστήρια και ασκητήρια για να βρουν αυτό πού ποθούσαν .Έτσι έφτασαν και στο όρος Όσσα. Οι εκεί εγκαταβιούντες πατέρες όταν είδαν στον όσιο Δαβίδ, ότι είχε μεγάλες επιδόσεις στο στίβο των αρετών, καταβάλλοντας αμέτρητους κόπους και αγώνες και καθημερινά έφτανε και σε υψηλότερα στάδια αρετής, τον παρακινούσαν και τον προέτρεπαν να δεχθεί το αξίωμα του Ιεροδιακόνου. Διότι προέβλεπαν ότι πρόκειται να φτάσει σε τελειότητα αρετής και θα μπορούσε να φωτίσει με τις πνευματικές του διδασκαλίες και νουθεσίες πολλές ψυχές ανθρώπων.

Δέχθηκε ο όσιος και χειροτονήθηκε Ιεροδιάκονος στο παραπάνω Μοναστήρι και ως αγνός και γνήσιος δούλος του παντοδύναμου Θεού υπηρετούσε με ευλάβεια τα θεια Μυστήρια. Λίγο όμως καιρό μετά ο διδάσκαλος του, ο ιερός Ακάκιος, φλεγόμενος από θειο έρωτα, αποφάσισε να πάει στο Άγιον Όρος, με σκοπό να προσκυνήσει τα ιερά Μοναστήρια και να ωφεληθεί από τούς εκεί ασκητές, να λάβει την ευλογία τους και να γίνει μιμητής των αρετών τους.

Αναχώρησε λοιπόν, παίρνοντας μαζί του και τον μακάριο Δαβίδ. Αφού έλαβε όχι μικρή ωφέλεια από την ένθεη αρετή των ασκητών, έκρινε εύλογο και πάλι ο σεβάσμιος πατήρ Ακάκιος να ταξιδέψει με πλοίο στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά ο όσιος Δαβίδ έμεινε εκεί στο λιμάνι της αρετής, στη Μονή της αγίας Λαύρας.


Ο Ακάκιος, ως μητροπολίτης Ναυπάκτου, καλεί κοντά του τον όσιο Δαβίδ

Λίγο αργότερα συγκλήθηκε η Ιερά Σύνοδος των άγιων Αρχιερέων, κρίθηκε από όλους τούς επισκόπους επιβεβλημένο, να τιμηθεί ο αοίδιμος Ακάκιος με το υψηλό αξίωμα της Αρχιεροσύνης, επειδή ήταν άξιος εργάτης του Ευαγγελίου. Και αφού χειροτονήθηκε και αξιώθηκε να λάβει το μέγιστο και υψηλό αξίωμα της Αρχιεροσύνης, τοποθετήθηκε στη Μητρόπολη Ναυπάκτου και Άρτης. Ερχόμενος στην επαρχία του ο Ακάκιος έστειλε εκπρόσωπο του στο Άγιον Όρος και πήρε μαζί του τον αγαπημένο του υποτακτικό και αγνό υπηρέτη τού Θεού Δαβίδ. Τότε ο Ακάκιος θέλησε να χειροτονήσει τον υποτακτικό του Δαβίδ σε επίσκοπο για να ποιμάνει τον λαό. Όμως ο μακάριος Δαβίδ αρνήθηκε τέτοιο αξίωμα γιατί ήταν ταπεινός και καταφρονούσε την δόξα.


Ιερέας και ηγούμενος στη Βαρνάκοβα

Στη συνέχεια χειροτονήθηκε ιερέας και έγινε λειτουργός των άγιων του Θεού Μυστηρίων. Δεν έπαυσε όμως να αυξάνει στην αρετή. Βλέποντας όμως ο Αρχιερέας του και οι τοπικοί άρχοντες με πόσα ουράνια χαρίσματα και προτερήματα ήταν προικισμένος, τον παρακάλεσαν πολύ να δεχθεί την ηγουμενία της Ιεράς Μονής της Θεοτόκου της Βερνικόβης. Έτσι λοιπόν, συμμορφούμενος στις πολλές παρακλήσεις τού Αρχιερέως και των αρχόντων, αποδέχτηκε την ηγουμενία τού ιερού εκείνου Μοναστηριού και
φρόντιζε διαρκώς για την επιμέλεια της ψυχικής σωτηρίας των μοναχών της. Τούς νουθετούσε και τούς δίδασκε κάθε ημέρα τα σχετικά καθήκοντα του μοναχικού βίου, προσφέροντας μάλιστα τον εαυτό του ως καλό παράδειγμα. Οι μοναχοί όμως εκείνοι δεν θέλησαν καθόλου να προσπαθήσουν για να προκόψουν στην αρετή.


Σε αναζήτηση τόπου ησυχίας και ασκήσεως

Αφού λοιπόν διέμεινε κάποιο διάστημα στη Μονή της Βαρνάκοβας, επειδή διαπίστωσε ότι οι μοναχοί της έμεναν αδιόρθωτοι, έφυγε από εκεί ο όσιος και γύριζε από τόπο σε τόπο, προκειμένου να βρει τον πιο κατάλληλο, ώστε να πραγματοποιήσει την αποστολή του. Ο μακάριος Δαβίδ προσευχόμενος στον Θεό του ζητούσε να τον βοηθήσει να βρει τόπο ησυχίας και δοξολογίας Του.

Τού αποκαλύφθηκε Εκείνος σε όραμα και τού είπε να μεταβεί στο όρος Στείρι, πού βρίσκεται μεταξύ τού Ελικώνα και τού Παρνασσού. Με τη θεϊκή μάλιστα καθοδήγηση έφτασε στο όρος και βρήκε κατάλληλο τόπο να ησυχάσει. Έχτισε εκεί μικρό ασκητήριο, συγκέντρωσε και κάποιους ευλαβείς και αγωνιστές πνευματικούς μοναχούς και μαζί τους υμνολογούσε τον άγιο Θεό, μέρα και νύχτα, ζώντας γεμάτος αρετές και θεια χαρίσματα.

Ο μισόκαλος όμως και πονηρός διάβολος, προκάλεσε στον όσιο πειρασμό. Μεταξύ της Χαιρώνειας και τού Ελικώνα βρίσκεται η πόλη Λεβάδια (Λιβαδειά), στην οποία κατοικούσαν και Αγαρηνοί. Ένας από αυτούς, πού κατείχε αξίωμα, είχε στη δούλεψή του κάποια σκλαβόπουλα, τα οποία, όταν τούς δόθηκε ευκαιρία, έφυγαν. Τότε κάποια όργανα τού διαβόλου, άνθρωποι κακοί, παρουσιάστηκαν στον Αγαρηνό εκείνο και τού είπαν ότι αίτια της φυγής των σκλαβόπουλων ήταν ο όσιος!

Έσπευσε λοιπόν εκείνος και σαν αγριεμένος λύκος συνέλαβε τον μακάριο Δαβίδ και τον παρέδωσε στον ηγεμόνα της πόλης. Αυτός πάλι, σαν θηρίο άγριο, διέταξε τούς υπηρέτες του και εκείνοι έριξαν κάτω τον άγιο και τον χτύπησαν με τόση μανία και ασπλαχνία, ώστε από τις αμέτρητες πληγές ο όσιος έφτασε στα πρόθυρα τού θανάτου. Στη συνέχεια τον έκλεισαν στη φυλακή. Ο άγιος, πλημμυρισμένος από τη χάρη τού Παναγίου Πνεύματος χαιρόταν και ευφραινόταν.

Άλλα ο πανάγαθος Θεός, γνωρίζοντας ότι μέσω αυτού τού πολύτιμου μαργαριταριού, σώζονταν πολλές ψυχές, τον ελευθέρωσε με το να φωτίσει κάποιους χριστιανούς πού έδωσαν πολλά χρήματα στον ηγεμόνα και σώθηκε ο άγιος.


Κτήτορας της Μονής Μεταμορφώσεως στην Εύβοια

Αφού αφέθηκε ελεύθερος από τον τύραννο δεν θεώρησε καλό να επιστρέψει στο ίδιο ασκητήριο. Γι' αυτό και γύριζε και πάλι από τόπο σε τόπο με σκοπό να βρει την κατάλληλη τοποθεσία για ασκητική ησυχία. Στο δρόμο δοκίμασε αμέτρητες κακουχίες και θλίψεις πού τού προξενούσαν βάρβαροι και κακοί άνθρωποι. Στο τέλος έφτασε στο νησί της Εύβοιας όπου βρήκε τόπο ησυχίας κοντά στο χωριό Οροβιαίς (Ροβιές). Στον τόπο αυτό υπήρχε παλαιότερα ναός προς ανάμνηση της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος μας Χριστού. Αυτόν το ναό, με τη συνδρομή κάποιων ευλαβών χριστιανών ανοικοδόμησε εκ θεμελίων. Τον καλλώπισε και τον στόλισε, έχτισε τα απαραίτητα κελιά και τα απαιτούμενα οικοδομήματα και έστησε το Μοναστήρι πού πάντοτε ήθελε. Στη συνέχεια, εκείνοι πού ποθούσαν τη μοναχική ζωή, ακούγοντας για τις αρετές και τα πνευματικά κατορθώματα τού άγιου, έσπευδαν από παντού και έπαιρναν το αξίωμα της μοναχικής πολιτείας.


Η οσιακή κοίμηση του

Αυτός υπήρξε ο μακάριος Δαβίδ, στολισμένος με πολλές αρετές και χαρίσματα του Παναγίου Πνεύματος επιτελούσε πολλά θαύματα και κατόρθωνε να βοηθάει πνευματικά.  Όταν έφτασε σε βαθιά γεράματα, με θεία αποκάλυψη προείδε την κοίμησή του και ανάγγειλε σε όλους τούς συνασκητές του πατέρες ότι μετά από τρεις ημέρες πρόκειται να φύγει από την παρούσα ζωή κατά το θειο θέλημα. Την τρίτη ημέρα κάλεσε κοντά του όλους τούς πατέρες και τούς είπε:

«Πατέρες, αδελφοί και τέκνα μου! Πρόκειται να πορευθώ προς τον Κύριο μου ο οποίος με προσκαλεί. Εσείς γνωρίζετε τούς κανόνες της μοναχικής ζωής. Ακολουθείστε τους λοιπόν και μην αμελείτε· να είστε πάντοτε αφοσιωμένοι, με την ψυχή και το νου σας, στην ιερά προσευχή· να δοξολογείτε τον Δεσπότη Χριστό, τον γλυκύτατο Ιησού και Σωτήρα του παντός, ενώ μεταξύ σας να έχετε την αγάπη του Θεού, ώστε να εκπληρώνεται ο λόγος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: Όπου είναι συναγμένοι δύο ή τρεις στο όνομά μου, εκεί είμαι κι εγώ ανάμεσα τους (Ματθ. 18, 20). Να σκέπτεσθαι διαρκώς τον θάνατο και να θυμάστε πάντοτε τα κάλλη του νοητού παραδείσου. Να αποφεύγετε τούς πονηρούς λογισμούς και να εξομολογείστε μόνο σε δοκιμασμένους πνευματικούς, ώστε να διορθώνετε τούς πονηρούς λογισμούς και να έχετε την ουράνια χάρη. Να αποφεύγετε τη φιλία του κόσμου, να έχετε ταπείνωση, πραότητα, υπακοή και να καταγίνεσθε με την ανάγνωση και τη μελέτη των θείων Γραφών. Να ελεείτε όσους έχουν ανάγκη και προπαντός να εκτιμάτε την πνευματική πτώχεια. Να υπομένετε κάθε θλίψη και στενοχώρια, να πενθείτε και να κλαίτε για τα πλημμελήματά σας και πάντοτε να γρηγορείτε στους πόνους, τούς κόπους και τις κακουχίες, για να απολαύσετε εκείνη την ανεκλάλητη χαρά, εννοώ την ουράνια Βασιλεία».

Αυτές και άλλες παρόμοιες νουθεσίες είπε ο ιερός πατέρας στους αδελφούς. Έπειτα άρχισε να αναπέμπει ύμνους και δοξολογίες στον πανοικτίρμονα Θεό, λέγοντας:
 «Ευλογημένος είσαι, Δημιουργέ του ουρανού και της γης, Θεέ πολυέλεε, πού καταδέχθηκες να σταυρωθείς για να σώσεις την χαμένη ανθρώπινη φύση, σύ Πανάγιε Βασιλιά, ως πολυεύσπλαχνος και ευσυμπάθητος Θεός συγχώρεσε με και παράβλεψε τα πταίσματά μου, ενίσχυσε με δε να παραστώ ακατάκριτος στο φοβερό σου βήμα».

Μόλις είπε την ευχή αυτή έστρεψε το βλέμμα του προς τούς μοναχούς και τούς είπε: «Ιδού, αδελφοί μου, ήλθε ο Δεσπότης Χριστός». Και αμέσως παρέδωσε την άγια του ψυχή
 στα χέρια του ζώντος Θεού, ήταν η 1η Νοεμβρίου.

Οι μοναχοί καταλήφθηκαν από βαθιά λύπη και θρηνούσαν απαρηγόρητα γιατί στερήθηκαν τον κοινό πατέρα και διδάσκαλο τους. Έπεφταν πάνω στο άγιο λείψανο του και το καταφιλούσαν με δάκρυα και μεγάλη ευλάβεια, γιατί δεν έλπιζαν ότι θα ξανάβλεπαν τον θειο και ιερό Δαβίδ, τον κοινό πατέρα και προστάτη των ψυχών τους. Κατόπιν ενταφίασαν όλοι μαζί το άγιο λείψανο του με ιερές υμνολογίες και ακολουθίες, ενώ έκαναν κοινή προσευχή πάνω από τον τάφο του.

Άλλα και μετά την κοίμησή του ο άγιος επιτελούσε τόσα θαύματα, ώστε πλήθη ανθρώπων προσέρχονταν με ευλάβεια στη θεία σορό του και θεραπεύονταν από ποικίλες
 νόσους. Και μέχρι σήμερα προστρέχουν στην Ιερά Μονή του οι χριστιανοί από πολλά μέρη, με πόθο και ευλάβεια, και απολαμβάνουν ιάσεις από την τίμια του κάρα, εκ της οποίας η σιαγόνα είναι ξεχωρισμένη. Όπου μάλιστα προσκαλείται ευλαβικά η τίμια κάρα και η σιαγόνα, εκεί αρρώστιες θεραπεύονται, δαιμόνια εκδιώκονται, πάθη ποικίλα ιατρεύονται, σμήνη καταστροφικών ακριδών απομακρύνονται.




πολυτίκιον. χος γ’. Θείας πίστεως

Μέγα ερατο, Εβοια κλέος, τν πανένδοξον, Δαβδ τν θεον, ς ερς ρετς καταγώγιον, κα το Χριστο παδν ληθέστατον, κα τν σίων πάντων φάμιλλον. Δι Πάτερ σιε, Χριστν τν Θεν κέτευε, δωρήσασθαι μν τ μέγα λεος.


Κοντάκιον. χος δ’. πεφάνης σήμερον

ς στρ λαμπρότατος φθης ν κόσμ, καταυγάζων παντας τος προσιόντας σοι πιστς, Δαβδ Πατέρων τ καύχημα, τν αμάτων τος θείοις χαρίσμασι.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις τς Λοκρίδος θεος βλαστός· χαίροις τς Εβοίας, θερμότατος ρωγός· χαίροις πηγάζων, άσεων τ εθρα, Δαβδ θαυματοφόρε, τος σο προστρέχουσι.


Μεγαλυνάριον

Σσον μς πάντας Υέ Θεο, διά μεσιτείας, το σίου Πατρός μν, πως ν ερήνη διέλθωμεν τόν βίον, καί δόξης αωνίου ξιωθμεν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.