Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός

Εορτάζει: 19 Ιανουαρίου
(1392 - 1444)

Κρατεί μεν Άτλας μυθικώς ώμοις πόλον,
Κρατεί δ’ αληθώς Μάρκος Oρθοδοξίαν.

Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός γεννήθηκε το 1392 μ.Χ. από ευσεβείς και πιστούς γονείς, τον αρχιδικαστή, σακελλίων και διάκονο της Μεγάλης Εκκλησίας Γεώργιο και τη Μαρία που ήταν κόρη του ευσεβούς ιατρού Λουκά. Είχε ακόμα έναν μικρότερο αδερφό που ονομαζόταν Ιωάννης. Λόγω των πολλών του πνευματικών χαρισμάτων έκανε περίλαμπρες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές και μαθήτευσε στους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικό και φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήταν και ο μετ' έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος που ήταν υπέρμαχος της ένωσης.

Δίδασκε στο φροντιστήριο του πατέρα του, και αργότερα, μετά τον θάνατο αυτού, τον διαδέχθηκε στο διδασκαλικό επάγγελμα. Διακρίθηκε σαν δάσκαλος της ρητορικής και μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερα, ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος (ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης), ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.


Στο 25ο έτος της ηλικίας του αποφάσισε να γίνει μοναχός και γι' αυτό έφυγε σε μια Μονή στους Πριγκηπόνησους. Εκεί ετάχθη υπό την πνευματική επιστασία ενάρετου μοναχού, του Συμεών, ο όποιος τον έκειρε μοναχό και τον μετονόμασε από Εμμανουήλ, που ήταν το πρώτο του όνομα, σε Μάρκο. Κατόπιν από τα νησιά αυτά έφυγε και πήγε στη Μονή των Μαγκάνων, όπου χειροτονήθηκε Ιερέας. Αφού έγινε κληρικός, το 1436 μ.Χ. εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Εφέσου.

Ακολούθησε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο στη Φεράρα και τη Φλωρεντία, όπου πραγματοποιήθηκε Σύνοδος για την ένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Εκεί ο Μάρκος ανεδείχθη ο θερμότερος και στερεότερος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, αρνούμενος να υπογράψει τον όρο της ψευδοενώσεως, έτσι που όταν ο πάπας Ευγένιος Δ’ (1431 - 1447 μ.Χ.) πληροφορήθηκε την απόφασή του είπε: «Μρκος οχ πέγραψε, λοιπν ποιήσαμεν οδέν».

Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλία. Ο αυτοκράτορας παρέλαβε τον Άγιο Μάρκο στο αυτοκρατορικό πλοίο. Ύστερα από ταξίδι τρεισήμισι μηνών έφθασαν τελικά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί οι κάτοικοι δέχθηκαν με αισθήματα εχθρικά και αποδοκίμασαν αυτούς που υπέγραψαν την ένωση, αλλά επιδοκίμασαν και τίμησαν τον Άγιο Μάρκο όπως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ: «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν» (PG 159, 992).

Στις 4 Μαΐου 1440 μ.Χ. ο Άγιος Μάρκος αναγκάστηκε να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσα, διότι κινδύνευε η ζωή του, και να πάει στην Έφεσο που ήταν κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού ποίμανε για λίγο το ποίμνιο του αναγκάσθηκε πάλι, τώρα από τους Τούρκους και τους ενωτικούς, να εγκαταλείψει την Έφεσο και μπήκε στο πλοίο που πήγαινε στο Άγιο Όρος, όπου είχε αποφασίσει να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό στη Λήμνο ο Άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και φυλακίσθηκε εκεί για δύο χρόνια. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά όπως έγραψε στον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».

Από την Λήμνο ο Άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που αποδέχθηκαν την ένωση και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και γι' αυτό λέει: «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».

Μετά την αποφυλάκιση του άγιος Μάρκος λόγω της ασθενείας του δεν μπόρεσε να αποσυρθεί στο Άγιο Όρος, αλλά επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής. Από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφοντας επιστολές στους μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνοντας τους να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται με τους ενωτικούς.

Οι διωγμοί, οι εξουθενώσεις και οι πιέσεις επιδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του Αγίου Μάρκου και στις 23 Ιουνίου του 1444 μ.Χ., αφού είχε καλέσει κοντά του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε στον Γεώργιο Σχολάριο την αρχηγία του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήταν μόλις 52 ετών.

Στον επικήδειο λόγο που εξεφώνησε ο Γεώργιος Σχολάριος, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι».

Αμέσως μετά την κοίμηση του ο Μάρκος τιμήθηκε ως άγιος και ομολογητής. Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357).

Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του Αγίου Μάρκου συνέθεσε ο αδελφός του, Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορταζόταν στις 23 Ιουνίου αλλά ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, το 1456 μ.Χ., όρισε διά συνοδικής πράξεως, να εορτάζεται η μνήμη του στις 19 Ιανουαρίου, ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού στην μονή του Λαζάρου στον Γαλατά.

Οι αγώνες του Μάρκου και του μαθητού του Γενναδίου αναγνωρίστηκαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 μ.Χ. και κατέγραψε τα ονόματα τους, ως πατέρων αγίων, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

πολυτκιον
Ήχος γ’. Θείας πίστεως
Θείας πίστεως, ομολογία, μέγον εύρατο, η Εκκλησία, ζηλωτήν σε θειε Μάρκε πανεύφημε, υπερμαχούντα πατρώου φρονήματος, και καθαιρούντα του σκότους υψώματα. Όθεν άφεσιν, Χριστόν τον θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν τοις σε γεραίρουσι.

Κοντκιον
χος γ’. Παρθένος σήμερον.
Πανοπλίαν μαχον, νδεδυμένος θεόφρον, τν φρν κατέσπασας, τς Δυτικς νταρσίας, ργανον, το Παρακλήτου γεγενημένος, πρόμαχος, ρθοδοξίας προβεβλημένος· δι τοτό σοι βομεν· χαίροις Μρκε, ρθοδόξων καύχημα.

Μεγαλυνριον
Τς ρθοδοξίας τας στραπας, λάμψας ν τ Δύσει, ξεθάμβησας μφανς, Δυτικς τς ψεις, τος ρους τν Πατέρων, Μρκε ητορεύων, πυρίν γλώττ σου.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Tό 1440 ό αυτοκράτωρ Ιωάννης Η' ό Παλαιολόγος και ή Ελληνική αντιπροσωπεία επιστρέφουν στην Βασιλεύουσα φέροντας μαζί τους τον ενωτικό όρο της συνόδου της Φλωρεντίας, πού εξασφαλίζει την υποταγή των Ορθοδόξων στον πάπα με αντάλλαγμα "δώδεκα χιλιάδας χρυσίνων και τριήρεις δύο» Ή σύνοδος αυτή ήταν ή τραγικότερη από τις ενωτικές απόπειρες, "καϊαφαϊκόν συνέδριον", σύνοδος παρασκηνίων και εκβιασμού, όπου οι Ορθόδοξοι «στένοντες και δακρύοντες» υπέγραψαν τον όρο κάτω από τις πιέσεις τού αυτοκράτορα και την τρομοκρατία των Λατίνων.
Ό Ιωάννης δεν είχε παραδειγματιστεί από την αποτυχημένη ενωτική απόπειρα της Λυών, ούτε είχε εκτιμήσει την συμβουλή τού πατέρα του Μανουήλ Β', «να μελετάς και να συζητάς το θέμα της ενωτικής Συνόδου, και μάλιστα όταν έχεις ανάγκη να εκφοβίσεις τους ασεβείς (Τούρκους), το να την πραγματοποιήσεις όμως μη το επιχειρήσεις πια». Δεν είχε, ακόμη, υπολογίσει το ελληνικό άντιλατινικό αίσθημα, πού είχε προκληθεί κατά την φρικιαστική ιεροσυλία της πρωτεύουσας από τούς σταυροφόρους (1204) και τον διωγμό της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους χρόνους της Φραγκοκρατίας. Περιμένει επευφημίες, αλλά δέχεται την αποδοκιμασία τού λαού.

 Εν τούτοις, φοβούμενος τον τουρκικό κίνδυνο προσπαθεί να επιβάλλει με βίαια μέσα τον ενωτικό όρο. Ό Μητροπολίτης Εφέσου Μάρκος Ευγενικός, μέλος της αντιπροσωπείας, τον οποίο, καθώς οι ίδιοι οι αντίπαλοι του ομολογούν, ό λαός τον υποδέχθηκε ως άγιο, διότι «ούτε δώρα έλαβεν ούτε χρυσώ τάς χείρας έμίανεν», εγκαταλείπει την Κωνσταντινούπολη αρνούμενος τον πατριαρχικό θρόνο πού τού προτείνει ό αυτοκράτωρ, και καταφεύγει στην Έφεσο. Επειδή κι εκεί ενοχλείται από τούς λατινόφρονες, ξεκινά για το  Αγιον Όρος.  Στην Λήμνο όργανα της εξουσίας τον κρατούν και τον περιορίζουν ατό νησί. Εδώ γράφει την περίφημη Εγκύκλιο "προς τούς απανταχού Ορθοδόξους", όπου με θαυμαστή ενάργεια αλλά και αιχμηρή γλώσσα, πού προσπαθεί να περισώσει ότι προδόθηκε στην Φλωρεντία, στηλιτεύει τούς Τραικολατίνους "ενωτικούς συμπατριώτες του, οι όποιοι ξεκινώντας απ' τα "Ιεροσόλυμα" για την "Βαβυλώνα", ούτε έφθασαν στον προορισμό τους, ούτε επέστρεψαν πίσω, αλλά έμειναν στην μέση τού δρόμου περιφέροντας την "μεσότητά" τους και εξαπατώντας τούς άπλοίκωτέρους. Αυτοί θεμελίωσαν την Ουνία -την λατινική μέθοδο προσηλυτισμού των Ορθοδόξων-, ή όποια τον επόμενο αιώνα θα εγκαινιάσει επισήμως και με επιτυχία το διαβρωτικό της έργο σ' όλη την Ορθόδοξη Ανατολή.


ΚΕΙΜΕΝΟ (απόδοση στην νέα ελληνική)

Προς τούς απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους ορθοδόξους χριστιανούς, ό Μάρκος επίσκοπος Εφέσου απευθύνει χαιρετισμό εν Κυρίω.

1. Αυτοί πού μας οδήγησαν σε κακή αιχμαλωσία και θέλησαν να μας σύρουν προς την Βαβυλώνα των λατινικών εθών και δογμάτων, δεν μπόρεσαν να φέρουν εις πέρας το σχέδιο τους. Βλέποντας τελικά πώς είναι άτοπο και εντελώς αδύνατο, έπαθαν το έξης ούτε παρέμειναν όπως ήταν, ούτε έγιναν αυτό πού σκόπευαν να γίνουν, διότι και οι ίδιοι και όσοι τούς ακολούθησαν έμειναν κάπου στην μέση του δρόμου. Εγκαταλείποντας τα Ιεροσόλυμα, την αληθινή όραση της ειρήνης, και το Σιών όρος, την βέβαιη και ακλόνητη πίστη, και μη θέλοντας ούτε δυνάμενοι να γίνουν και να κληθούν Βαβυλώνιοι, δικαίως κλήθηκαν Γραικό-Λατίνοι ή όπως οι περισσότεροι τούς ονομάζουν, λατινόφρονες. Αυτοί λοιπόν οι θηριόμορφοι σαν τούς ίπποκενταύρους των μύθων άνθρωποι ομολογούν μαζί με τούς Λατίνους πώς το Πνεύμα το άγιο εκπορεύεται εκ τού Υιού και έχει τον Υιό αίτιο της υπάρξεως του (αυτό περιέχει και ό όρος τους), ενώ μαζί μας λέγουν ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός.

Και μαζί μ' αυτούς ισχυρίζονται ότι ή προσθήκη στο Σύμβολο έγινε θεμιτώς και ευλόγως, και μας δεν την αποδέχονται, (αν και κανείς απ' αυτούς δεν απορρίπτει ως αθέμιτη και άλογη την εισαγωγή της). Και μαζί μ' εκείνους το άζυμο παραδέχονται ως σώμα Χριστού, μαζί μας όμως δεν θα τολμούσαν να μεταλάβουν από αυτό. "Άραγε δεν είναι αυτά ικανά να φανερώσουν την πίστη τους, και ότι συναντήθηκαν με τούς Λατίνους όχι χάριν της έρευνας της αλήθειας, την οποία έχοντας στα χέρια τους πρόδωσαν, αλλά χάριν του πλούτου και μιας πλαστής και όχι αληθινής ενώσεως;

2. Πρέπει να εξετάσει κανείς και με ποιόν τρόπο ενώθηκαν. Διότι κάθε τι το όποιο ενώνεται με κάτι άλλο, οπωσδήποτε ενώνεται με κάποιο μέσο. Πίστεψαν λοιπόν ότι ενώθηκαν στο δόγμα περί της εκπορεύσεως του αγίου Πνεύματος, διακηρύσσοντας μαζί μ' αυτούς ότι το Πνεύμα έχει την ύπαρξη και από τον Υιό.

Τα άλλα όλα διαφορετικά, πουθενά κοινό σημείο ή μέσον προς γεφύρωση τού χάσματος. Και πάλι λέγονται δύο παραλλαγμένα Σύμβολα, όπως και πριν, δύο διαφορετικές λειτουργίες τελούνται, ή μία με ένζυμα, ή άλλη με άζυμα, δύο βαπτίσματα, το ένα διά τρίτης καταδύσεως, το άλλο δι' έπιχύσεως ύδατος, και το μεν χρίοντας επί πλέον με μύρο, το δε θεωρώντας το περιττόν, εντελώς διαφορετικές όλες οι καθιερωμένες συνήθειες, οι νηστείες, ή εκκλησιαστική τάξι και τα παρόμοια. Ποιά λοιπόν είναι ή ένωση, εάν δεν υπάρχει καταφανής και σαφής συμφωνία; Και πώς ενώθηκαν αυτοί πού ήθελαν να μείνουν πιστοί στα δικά τους -αυτό άλλωστε είχαν κάπου συμφωνήσει- αλλά δεν ακολούθησαν τις παραδόσεις των Πατέρων;

3. Αλλά ας δούμε την σοφή τους λογική «Ουδέποτε, ισχυρίζονται, ή Εκκλησία των Γραικών έλεγε ότι μόνο εκ του Πατρός εκπορεύεται, αλλά απλώς ότι εκ τού Πατρός εκπορεύεται. Αυτό όμως δεν αποκλείει από τον Υιό το ιδίωμα της εκπορεύσεως ώστε όσον άφορα στο σημείο αυτό, και στο παρελθόν και τώρα είμαστε ενωμένοι». Ω της ανοησίας! ώ της τυφλώσεως! Εάν ανέκαθεν ή Εκκλησία των Γραικών έλεγε το "εκ τού Πατρός έκπορευόμενον", εφ' όσον το είχε παραλάβει από τον ίδιο τον Χριστό και τούς ιερούς αποστόλους και τις συνόδους των Πατέρων, το δε "εκ του Υιού" ουδέποτε έλεγε, αφού δεν το παρέλαβε από κανένα, τότε τι  παρεκκλίνουν της ορθής πίστεως, κακώς τούς αποκόψαμε. Εάν όμως παρεκκλίνουν όλως διόλου, και μάλιστα στην θεολογία του άγιου Πνεύματος -ή βλασφημία προς το όποιο συνιστά τον μέγιστο κίνδυνο- τότε είναι αιρετικοί, και ως αιρετικούς τούς αποκόψαμε. Γιατί άλλωστε χρίουμε με μύρο όσους από αυτούς προσέρχονται σ' εμάς, αν όχι επειδή είναι αιρετικοί; Ό έβδομος Κανών της Β' Οικουμενικής Συνόδου λέει: "Όσους από τούς αιρετικούς προσέρχονται στην Ορθοδοξία και στην μερίδα των σωζόμενων, τούς δεχόμαστε συμφώνως προς την διατεταγμένη ακολουθία και τάξι. Τούς Αρειανούς μεν και Μακεδονιανούς και Σαββατιανούς και Ναυατιανούς, πού αύτοκαλούνται Καθαροί, τούς Αριστερούς και Τεσσαρεσκαιδεκατίτες, δηλαδή Τετραδίτες, και τούς Απολλιναριστές δεχόμαστε εφ' όσον συντάξουν λίβελλο και αναθεματίσουν κάθε αίρεση, πού δεν φρονεί όπως φρονεί ή αγία του θεού καθολική και αποστολική Εκκλησία, και κατόπιν σφραγίζονται, ήτοι χρίονται πρώτα με το άγιο μύρο στο μέτωπο, τα μάτια, την μύτη, το στόμα και τα αυτιά' και σφραγίζοντας τους λέμε "σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου".

5. Βλέπεις με ποιους κατατάσσουμε τούς Λατίνους, οι όποιοι προσέρχονται σ' εμάς; Εάν όλοι οι προηγούμενοι είναι αιρετικοί, ασφαλώς είναι και αυτοί. Ενδεικτικά παραθέτουμε τί γράφει γι' αυτούς ό σοφώτατος πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος ό Βάλσαμων στις αποκρίσεις του προς τον αγιότατο πατριάρχη Αλεξανδρείας Μάρκο.

Ερώτηση Μάρκου:
"Αιχμάλωτοι Λατίνοι και άλλοι, έρχονται στις καθολικές εκκλησίες μας και ζητούν να μεταλάβουν των θείων αγιασμάτων. Ζητούμε να μάθουμε αν μπορεί να γίνει τέτοια οικονομία». Απάντηση Θεοδώρου «Ό μη ων μετ' εμού, κατ' εμού έστι, και ό μη συνάγων μετ' εμού, σκορπίζει».

6. Επειδή λοιπόν πριν από πολλά χρόνια το περιώνυμο πλήρωμα της Δυτικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας αποσχίσθηκε από την κοινωνία με τούς άλλους τέσσερεις άγιώτατους πατριάρχες, και απομονώθηκε με έθη και δόγματα αλλότρια της Καθολικής Εκκλησίας και των Ορθοδόξων, (γι' αυτό ούτε στις ιερές ακολουθίες και λειτουργίες μνημονεύεται ό πάπας μαζί με τούς πατριάρχες), δεν επιτρέπεται Λατίνος να αγιάζεται από χέρι ιερέως διά των θείων και άχραντων μυστηρίων, εάν προηγουμένως δεν αποκηρύξει επισήμως τα λατινικά δόγματα και συνήθειες, αν δεν κατηχηθεί στους κανόνες και δεν εξισωθεί με τούς Ορθοδόξους».

7. Βλέπεις ότι αποκόπηκαν όχι μόνο υιοθετώντας καινούργιες συνήθειες αλλά και δόγματα αλλότρια, των Ορθοδόξων (τα δε αλλότρια των Ορθοδόξων σαφώς είναι αιρετικά), και επομένως οφείλουν να κατηχηθούν στους κανόνες και να εξισωθούν με τούς Ορθοδόξους; Αν λοιπόν πρέπει να κατηχηθούν, τότε πρέπει και να μυρωθούν. Πώς όμως μάς παρουσιάσθηκαν ξαφνικά ως ορθόδοξοι αυτοί πού επί τόσα χρόνια και από τόσους Πατέρες και διδασκάλους κρίνονταν ως αιρετικοί; Ποιος τούς μετέβαλε τόσο εύκολα σε Ορθοδόξους; Ό χρυσός —αν θέλεις να πούμε την αλήθεια, και τα κέρδη σου μάλλον, ούτε εκείνους έκανε ορθοδόξους, ενώ εσένα, κάνοντας σε όμοιο τους, σε απώθησε στην μερίδα των αιρετικών.

8. «Ωστόσο, λένε, αν επινοούσαμε κάποια μεσότητα των δογμάτων, μ' αυτήν και θα επιτυγχάναμε την ένωση, και θα ήμασταν ήσυχοι με την συνείδηση μας, διότι δεν θα αναγκαζόμαστε να ξεφεύγουμε από τα καθιερωμένα και τις παραδόσεις". Αυτό είναι πού εξαρχής εξαπάτησε τούς περισσότερους και τούς έπεισε να ακολουθήσουν εκείνους πού βάδιζαν προς τον γκρεμό της ασέβειας. Διότι πίστεψαν πώς μπορεί να υπάρξει κάποια μεσότητα ανάμεσα σε δύο πιστεύω, όπως ακριβώς συμβαίνει σε μερικές περιπτώσεις αντιθέτων, με αποτέλεσμα να αυτομολήσουν προς το κακό. Αλλά ενδέχεται μεν να βρεθεί λέξι, ή οποία θα τεθεί μεταξύ δύο δογμάτων και θα σημαίνει εξίσου και τα δύο (έχοντας διττή έννοια), δόγμα όμως πού να αποτελεί την μεσότητα μεταξύ δύο δογμάτων αντιθέτων περί του ιδίου πράγματος, είναι αδύνατο να βρεθεί. Ειδεμή, θα υπάρχει κάτι ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος, στην κατάφαση και την άρνηση, πράγμα πού αποκλείεται, διότι σε όλες τις περιπτώσεις ή καταφάσκουμε ή αρνούμαστε.

Επομένως, εάν το λατινικό δόγμα της εκ του Υιού εκπορεύσεως είναι αληθές, τότε το δικό μας, το εκ του Πατρός μόνο, είναι ψευδές (διότι αυτό στάθηκε ή αιτία τού σχίσματος). Εάν πάλι το δικό μας είναι αληθές, φυσικά θα είναι ψευδές το δικό τους. Ποιά μεσότητα μπορεί να υπάρξει; Καμιά, έκτος από κάποια λέξι πού να καλύπτει και τα δύο πιστεύω, σαν κόθορνος.  Αυτή θα επιφέρει την ένωση; Και τί θα κάνουμε όταν εξετάσουμε ό ένας τον άλλον όσον άφορα στις έννοιες και τα δόγματα; Είναι δυνατόν να λεγόμαστε και οι δύο ορθόδοξοι, ενώ θα φρονούμε τα αντίθετα; Γνωρίζω πώς όχι' και μακάρι και σύ να γνώριζες, εσύ πού όλα τα αναμιγνύεις και όλα τα ονοματίζεις με ευκολία. Θέλεις να μάθεις τί γράφει ό Θεολόγος Γρηγόριος γι' αυτήν την μεσότητα; «Ή εικόνα πού κατοπτρίζει όλους τούς διερχόμενους, ό κόθορνος πού ταιριάζει και στα δύο πόδια, το λίχνισμα προς την κατεύθυνση τού άνεμου, πού έλαβε εξουσία για το πρόσφατο κακούργημα και την επινόηση κατά της αλήθειας. Διότι αυτό πού σύμφωνα με τις Γραφές φαινόταν ευσεβές, ήταν πρόσχημα πού περιέβαλε το όπλο της ασέβειας».  Αυτά περί της μεσότητας πού επινοήθηκε τότε. Όσο για την σύνοδο πού την εφεύρε λέει τα έξης: «Ή πύργος της Βαβέλ, ό όποιος καλώς μέρισε τις γλώσσες - έπρεπε να διαιρεθούν διότι ή συμφωνία ήταν για κακό - ή συνέδριο τού Καϊάφα, όπου ό Χριστός καταδικάζεται, ή τέλος πάντων κάτι παρόμοιο πρέπει να ονομασθεί αυτή ή σύνοδος, ή όποια όλα τα σύγχυσε και τα ανέτρεψε, αφού κατέλυσε το ευσεβές και αρχαίο και της Τριάδος το ομότιμο δόγμα, με το να επιφέρει πλήγμα και παντοιοτρόπως να κλονίσει εκ βάθρων το ομοούσιο, κι άνοιξε θύρα στην ασέβεια με την μεσότητα όσων γράφθηκαν και λέχθηκαν «σοφοί γάρ έγένοντο τού κακοποιήσαι, το δε καλόν ποιήσαι ούκ έγνωσαν».  Αυτά περί της μεσότητας αρκούν να αποδείξουν επαρκώς ότι δεν υπάρχει καν μεσότης και ότι το να ζητά κανείς τέτοια πράγματα είναι άσεβες και της Εκκλησίας αλλότριο.

9. Αλλά, ρωτούν, πώς θα αντιμετωπίσουμε τούς μέσους τούτους Γραικολατίνους, οι όποιοι τιμώντας αυτήν την μεσότητα, άλλα από τα λατινικά έθη και δόγματα επαινούν φανερά, άλλα τα επαινούν μεν αλλά δεν θα τα ενστερνίζονταν ποτέ, και άλλα καθόλου δεν τα εγκρίνουν; — Να τούς αποφεύγετε, όπως φεύγει κανείς μακριά από φίδι, όπως τούς Λατίνους, και μάλιστα ως πολύ χειρότερους απ' εκείνους, ως χριστοκάπηλους και χριστέμπορους.

«Αυτοί είναι», κατά τον Απόστολο, πού «θεωρούν την ευσέβεια μέσο υλικού κέρδους», για τούς οποίους προσθέτει: «να απομακρύνεσαι από τέτοιους ανθρώπους». Διότι δεν στρέφονται προς εκείνους (δηλαδή τούς Λατίνους) για να μάθουν, αλλά για να λάβουν. «Ποιά, λοιπόν, ή κοινωνία τού φωτός προς το σκότος; και ποιά συμφωνία μεταξύ Χριστού και Βελίαρ;» ή «ποιά σχέση ανάμεσα στον πιστό και τον άπιστο;» Διότι εμείς μεν μαζί με τον Δαμασκηνό και όλους τούς Πατέρες δεν λέμε «το Πνεύμα εκ τού Υιού», ενώ αυτοί μαζί με τούς Λατίνους δέχονται την εκ τού Υιού εκπόρευση τού Πνεύματος. Κι εμείς μαζί με τον άγιο Διονύσιο ως μόνη πηγή της ύπερουσίου θεότητος δεχόμαστε τον Πατέρα αυτοί μαζί με τούς Λατίνους θεωρούν και τον Υιό πηγή τού αγίου Πνεύματος, θέτοντας το, τοιουτοτρόπως, έκτος της θεότητος. Κι εμείς μεν μαζί με τον Θεολόγο Γρηγόριο διακρίνουμε τον Πατέρα από τον Υιό ως προς την αίτια  αυτοί μαζί με τούς Λατίνους τούς συνάπτουν ως προς την αίτια.

Κι εμείς μαζί με τον σεπτό Μάξιμο και τούς τότε Ρωμαίους και δυτικούς Πατέρες δεν κάνουμε τον Υιό αίτιο τού Πνεύματος• αυτοί αποφαίνονται στον όρο τους, (και είναι πρέπον να τον τιμούμε, επειδή με φόβο τον συνέταξαν) ότι ό Υιός εκλαμβάνεται από τούς Λατίνους ως αρχή τού Πνεύματος και όχι ως αιτία, όπως παρεξηγούν οι Γραικοί. Κι εμείς μαζί με τον φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο  λέμε, «όπως ό Υιός εκ τού Πατρός, έτσι και το Πνεύμα εκ τού Πατρός» αυτοί μαζί με τούς Λατίνους αποφαίνονται ότι ό μεν Υιός γεννάται εκ τού Πατρός αμέσως, το δε Πνεύμα εμμέσως προβάλλεται.

Κι εμείς μαζί με τον Δαμασκηνό  και όλους τούς Πατέρες ομολογούμε ότι αγνοούμε την διαφορά γεννήσεως και εκπορεύσεως αυτοί μαζί με τον Θωμά  την μεν θέληση ταυτίζουν με την ουσία, την δε θεϊκή ενέργεια θεωρούν κτιστή, ακόμη κι αν ονομάζεται θεότης, θείον και άύλον φώς, ή Πνεύμα άγιο, ή κάτι παρόμοιο. Και έτσι τα πονηρά κτίσματα πρεσβεύουν κτιστή θεότητα και κτιστό θεϊκό φώς και κτιστό Πνεύμα άγιο. Κι εμείς πιστεύουμε ότι ούτε οι άγιοι έχουν ήδη απολάβει την ετοιμασμένη γι' αυτούς βασιλεία και τα απόρρητα αγαθά, ούτε οι αμαρτωλοί έχουν πέσει στην γέενα, αλλά περιμένει ό καθένας τον κλήρο του, ή απόδοση τού οποίου ανήκει στο μέλλον, μετά την ανάσταση και την κρίσι' αυτοί μαζί με τούς Λατίνους θέλουν δίκαιοι και άδικοι να απολαμβάνουν αμέσως μετά τον θάνατο όσα τούς αξίζουν, ενώ επινόησαν για όσους βρίσκονται σε μέση κατάσταση και για όσους τελειώνουν εν μετάνοια πυρ καθαρτήριο, διαφορετικό απ' εκείνο της γέενας, ώστε μέσα σ' αυτό καθαρίζοντας τις ψυχές μετά θάνατον να αποκατασταθούν και αυτοί στην βασιλεία μαζί με τούς δικαίους αυτό περιλαμβάνεται και στον όρο τους. Κι εμείς αποστρεφόμαστε το Ιουδαϊκό άζυμο, υπακούοντας στον σχετικό κανόνα των Αποστόλων αυτοί στον όρο τους αποφαίνονται ότι το ίερουργούμενο από τούς Λατίνους είναι σώμα Χριστού.

Κι εμείς τον πάπα θεωρούμε ως ένα των Πατριαρχών — και τούτο βεβαίως αν είναι ορθόδοξος αυτοί με μεγάλο σεβασμό τον αποκαλούν βικάριο (τοποτηρητή ή αναπληρωτή) τού Χριστού, και πατέρα και διδάσκαλο πάντων των Χριστιανών. Είθε να γίνουν πιο ευτυχισμένοι απ' τον πατέρα, και όμοιοι του ως προς τα άλλα. Διότι και εκείνος φυσικά δεν ευτυχεί, έχοντας τον αντίπαπα να τον ταράσσει υπερβολικώς, και αυτοί δεν τολμούν να μιμηθούν τον πατέρα και διδάσκαλο τους.

Μακριά λοιπόν απ' αυτούς, αδελφοί, και από την κοινωνία μαζί τους. Οι άνθρωποι τέτοιου είδους είναι ψευδαπόστολοι, εργάτες δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι σε αποστόλους Χριστού. Δεν είναι περίεργο- «αυτός ό Σατανάς μετασχηματίζεται εις αγγέλλον φωτός». Ας μη μάς εκπλήσσει το ότι και οι διάκονοι του μετασχηματίζονται σε διακόνους δικαιοσύνης, των όποιων το τέλος θα είναι κατά τα έργα τους. Και πάλι σε άλλο σημείο λέει γι' αυτούς ό ίδιος απόστολος:«Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπηρετούν τον Κύριο μας Ιησού Χριστό, αλλά τις επιθυμίες τους, και με γλυκά και ωραία λόγια εξαπατούν τις καρδιές των αθώων. Το στερεό όμως θεμέλιο της πίστεως στέκει και έχει αυτή την σφραγίδα»(Ρωμ. 16, 18. ΒΤιμ. 2,19).

Και άλλού:«Προσέχετε τα σκυλιά, προσέχετε τούς κακούς εργάτες, προσέχετε αυτούς πού κόβουν την σάρκα» (Φιλ. 3, 2). Και πάλι- «αν κάποιος σάς κηρύξει ευαγγέλιο διαφορετικό από αυτό πού παραλάβατε, ακόμη κι αν πρόκειται για άγγελο εξ ουρανού, ας είναι ανάθεμα» (Γαλ. 1, 8). Προσέξτε το προφητικό «καν άγγελος εξ ουρανού», ώστε να μη προβάλλει κανείς την υπεροχή τού πάπα. Και ό αγαπημένος μαθητής «Εάν κάποιος σάς πλησιάσει χωρίς να φέρει αυτή την διδαχή, να μη τον δέχεσθε στο σπίτι σας, μήτε να τού απευθύνετε χαιρετισμό διότι αυτός πού τον χαιρετά, γίνεται συμμέτοχος στα πονηρά του έργα».(Β' Ίωάν. 10,11). 

Αυτά όρισαν σ' εμάς οι άγιοι απόστολοι. Εσείς λοιπόν μείνετε σταθεροί και φυλάξτε τις παραδόσεις πού παραλάβατε, τις γραπτές και τις άγραφες, για να μη συμπαρασυρθείτε στην πλάνη των παρανόμων και χάσετε το ίδιο το στήριγμα σας. Ό Θεός δε ό παντοδύναμος ας δώσει σ' αυτούς επίγνωση της πλάνης τους, κι εμάς, αφού μάς απαλλάξει από αυτά τα πονηρά ζιζάνια, ας μάς συνάξει σαν το καθαρό και ωφέλιμο σιτάρι στις αποθήκες του, μέσα στο φώς του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα του, τώρα και πάντοτε και εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ . ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

πηγές:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.