Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου
ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ
Κοτρώνια τοῦ
ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα
εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ
ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον
κατηρειπωμένον, – ἐκεῖ ἔστρωνε
συνήθως τὴν
κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ
κῦμα, θεωρῶν τὰ
ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν
Πούλιαν καὶ
ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ – ἔβλεπε,
λέγω, ἀνοικτὰ εἰς
τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ
δυὸ ἀνθισμένα
νησάκια, τὰ
φυλάττοντα ὡς
σκοποὶ τὸ
στόμιον τοῦ
λιμένος, ἓν
μελαγχολικὸν
φῶς – κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον
πεσμένον – νὰ
τρεμοφέγγῃ,
ἐκεῖ
μακράν, εἰς
τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς
τὸ κῦμα,
καὶ νὰ
στέκῃ ἐπὶ ὥρας,
φαινόμενον ὡς
νὰ ἔπλεε,
καὶ μένον ἀκίνητον.