
Ἡ ἁγία Ἀναστασία δὲν παντρεύτηκε καθόλου, οὔτε ἀγάπησε τοὺς κοσμικοὺς θορύβους. Τὸν Χριστὸ ἐπόθησε ἀπὸ μικρή, καὶ σήκωσε τὸν χρηστὸ καὶ γλυκύτατο ζυγὸ Του, καὶ βάσταξε τὸ ἐλαφρὸ φορτίο Του, δηλαδὴ ἔγινε μοναχή. Ὕστερα πάλι ἀξιώθηκε νὰ μαρτυρήση, καὶ ὑπέμεινε διάφορα καὶ πάνδεινα βασανιστήρια μὲ πολλὴ ἀνδρεία καὶ γενναιότητα γιὰ χάρη τοῦ οὐρανίου Νυμφίου. Γιαυτὸ καὶ δοξάστηκε πολὺ ἀπὸ Αὐτὸν μὲ τριπλὸ στεφάνι: ἕνα γιὰ τὴν παρθενία της, δεύτερο γιὰ τὴν ἄσκησί της, καὶ τρίτο γιὰ τὸ μαρτύριό της, καθὼς θὰ διηγηθοῦμε λεπτομερῶς στὴ συνέχεια.
Αὐτὴ ἡ ἀξιέπαινη κόρη, ποὺ φέρει τὸ ὄνομα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Χριστοῦ, ἀπαρνήθηκε πατέρα, μητέρα καὶ συγγενεῖς, μίσησε πλοῦτο, δόξα καὶ κάθε σωματικὴ ἡδυπάθεια, ἐγκατέλειψε ὅλα τὰ φθαρτὰ καὶ πρόσκαιρα ἀγαθά, γιὰ νὰ ἀπολαύση τὰ μόνιμα καὶ αἰώνια. Εἴκοσι χρονῶν μπῆκε σὲ μοναστήρι, καὶ τὴν ἔκειρε μοναχὴ μιὰ ἐνάρετη καὶ γραμματισμένη μοναχὴ ὀνόματι Σοφία, ἡ ὁποία τὴν δίδασκε καὶ τὴν νουθετοῦσε μὲ ἐπιμέλεια στὴ μοναχικὴ πολιτεία. Ἡ Ἀναστασία πλέον, γνωστικὴ καὶ συνετὴ ὄντας, προέκοπτε διαρκῶς μὲ τὶς νουθεσίες τῆς διδασκάλισσας καὶ ἔδειχνε πολλὴ ἀρετή. Ἡ Σοφία πάλι, βλέποντας τὴν πνευματική της κόρη νὰ προκόβη στὸν ἔνθεο ἔρωτα, δόξαζε τὸν Κύριο.